φάτνωμα

φάτνωμα
τό
1) архит. кассета, кессон; 2) амбразура; бойница

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "φάτνωμα" в других словарях:

  • φάτνωμα — coffered work neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φάτνωμα — το, ΝΜΑ [φατνῶ / ώνω] 1. καθένα από τα κοίλα ορθογώνια που σχηματίζονται στην οροφή από την διασταύρωση τών δοκών της 2. η ανάγλυφη πλάκα που καλύπτει τα κοίλα τετράγωνα τής οροφής («τό τε ὀρόφωμα ποιῆσαι ἐκ φατνωμάτων χρυσοῡν», Ευσ.) νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • φάτνωμα — το, ατος 1. καθένα από τα κοίλα τετράγωνα σε σχήμα φάτνης, που σχηματίζονται στην οροφή από τη διασταύρωση των δοκαριών της. 2. η πλάκα με διακόσμηση γλυφών, που επικαλύπτει καθένα από τα κοίλα τετράγωνα της οροφής, το καλυμμάτιο. 3. άνοιγμα σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φατνωμάτων — φάτνωμα coffered work neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατνώμασι — φάτνωμα coffered work neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατνώμασιν — φάτνωμα coffered work neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατνώματα — φάτνωμα coffered work neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατνώματι — φάτνωμα coffered work neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατνώματος — φάτνωμα coffered work neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • пятро — выступ над входом на сеновал , мн. пятра – то же, петергофск. (Булич, ИОРЯС 1, 321), потолок гумна из жердей, сеновал , арханг. (Подв.), вятск. (Васн.), перм., казанск., сиб. (Даль), пятерь – то же, новгор. (Даль), укр. п᾽ятра мн., п᾽ятрини мн.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Lacunar — Kassettendecke im Pantheon des Hadrian in Rom. Lacunar (lateinisch „getäfelte Decke“, Ita. lacunari oder cassettone , Pl. cassettoni ), im Griechischen Phatnoma (φάτνωμα) bezeichnet in der Architektur der Antike die vertieften Kassetten, die… …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»